Χριστίνα Ντούμα: «Η Αλεπού μοδίστρα»

Χριστίνα Ντούμα: «Η Αλεπού μοδίστρα»

Υπάρχουν μερικά βιβλία που είναι σαν μία μικρή όαση μέσα στην πληθώρα των εντύπων. Διαβάζοντάς τα σε δροσίζουν από τον κάματο της καθημερινής βιοπάλης. Τι είναι αυτό που μας ελκύει σε ένα κείμενο; Οι προθέσεις; Ίσως, στην αρχή, μα γρήγορα κουράζουν οι ηθικοπλαστικές παραινέσεις και ο διδακτισμός. Και φέρνουν και το αντίθετο προς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα οι νουθεσίες, διότι δεν πείθεις κανέναν με το ζόρι, άσε που τον οδηγείς και στην αντίδραση. Λοιπόν; Μήπως η πλοκή τραβάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη; Βεβαίως, μέχρι κάποιο σημείο. Όχι όμως όταν ξεπέφτει και αυτή σε κοινότοπες λύσεις, αναμενόμενες, προβλέψιμες καταστάσεις.

Τι σε ωθεί να μη θες να κλείσεις ένα βιβλίο, να εύχεσαι να μην τελειώσει, κι όταν «ρουφήξεις», που λένε, και την τελευταία του σελίδα, να θες να το ξαναδιαβάσεις, έχοντας εν τω μεταξύ κρατήσει στα περιθώρια σημειώσεις, έχοντας υπογραμμίσει τις αράδες σε φράσεις που σε συγκινούν; Βέβαια, εξαρτάται και από την ιδιοσυγκρασία του κάθε αναγνώστη η πρόσληψη του κειμένου, από τις υποκειμενικές του προτιμήσεις, όμως υπάρχουν και αντικειμενικές παράμετροι, με κυριότερη: να είναι ένα βιβλίο καλογραμμένο. Και σ’ αυτό συμφωνούν όλοι – και οι υποψιασμένοι, όπως λέγονται, οι επαρκείς αναγνώστες και οι επιπόλαιοι τυχόν.

Η λέξη «παραμύθιον» σύμφωνα με τα λεξικά σημαίνει παρηγοριά, ανακούφιση, ενθάρρυνση, τέρψη, απόλαυση. Και κάτι απ’ όλα αυτά έχουν τα παραμύθια. Τόσο τα «μαγικά» λεγόμενα παραμύθια, αυτά που μας συνοδεύουν τρυφερά από τα παιδικά μας χρόνια, όσο και τα «άγρια», που στην αρχή «σου κόβουν το αίμα» και μας τρομάζανε με δράκους και σκοτεινές σπηλιές, μα στο τέλος πάντα ερχόταν η κάθαρση: η επικράτηση του καλού, η συντριβή του κακού.

Αφορμή να σημειωθούν τα ανωτέρω είναι ένα πολύ καλό βιβλίο: Η Αλεπού μοδίστρα της Χριστίνας Ντούμα. Το έψαξα και το βρήκα, διαβάζοντας ένα άρθρο στα Νέα του καλού κριτικού κινηματογράφου I. Ζουμπουλάκη. Στην ιστορία αυτή, βλέπουμε σε μικρογραφία –σε μία ομάδα του ζωικού βασιλείου– καταστάσεις που συναντάμε και σε δικούς μας χώρους: την αρπαχτικότητα που επιβάλλει η αλαζονεία του πλούτου, τη συγκεκαλυμμένη και φανερή απάτη, την εκμετάλλευση αμαθών και ανυποψίαστων, την απιστία για συσσώρευση όλο και περισσοτέρων αγαθών, μα και την αποκατάσταση στην ισορροπία που έχει διασαλευτεί με την τιμωρία των ενόχων, αφού αποκαλυφθούν γελοιότητες και μηχανορραφίες.

Μα, θα πείτε, όλ’ αυτά συμποσούνται σε λίγες σελίδες ενός παραμυθιού; μιας αλληγορίας; – αν θέλετε, πείτε το και παραβολή. Ναι, τέτοιες έννοιες μπορείς να διακρίνεις σ’ αυτή την απλή –όχι όμως απλοϊκή– ιστορία.

Και πιο συγκεκριμένα: Η αλεπού, που από τα παιδικά αναγνώσματα έχει την ταμπέλα «η πονήρω», εκμεταλλευόμενη το φυσικό της τάλαντο, τη μαεστρία της στην τέχνη της ραπτικής, αποκτά φήμη μεγάλη, ώστε τα ζωάκια του δάσους να κάνουν ουρές έξω από τον οίκο μόδας «Η φουντωτή ουρά». Όμως η αλεπού, σαν μερικούς άφρονες στην απληστία τους επαγγελματίες σκληρούς, δεν αρκείται στις καθαρές δουλειές. Είναι αχόρταγη, όπως τη χαρακτηρίζει η συγγραφέας. Δεν της φτάνουν αυτά που κερδίζει, και συλλαμβάνει σχέδια παράνομα να εκτελέσει. Το πάθος της φιλαργυρίας σε συνδυασμό με τη μεγαλομανία της, το «φιλοπρωτεύον» όπως λέγεται, την κάνει να θεωρεί τους άλλους κατώτερους και τόσο αφελείς, ώστε να χάψουν τις κουτοπονηριές της. Σκαρφίζεται λοιπόν εκκεντρικές, παράδοξες αμφιέσεις για τους πελάτες της, που θαρρεί πως θα τους έχει για πάντα στο χέρι με τις βελόνες και τις κλωστές της.

 Παρ’ όλα τα λάθη, τις παραλείψεις, τις αστοχίες μας, μπορούμε να συνυπάρχουμε, όταν φωτίζει τις καρδιές μας το φως της αγάπης.

Έτσι, ντύνει τα ζωάκια με πρωτότυπες, μοντέρνες δήθεν, αμφιέσεις, με φορεσιές ανοίκειες, παράταιρες, ασύμβατες για τον σωματότυπό τους και για το είδος όπου ανήκουν. Σε άλλα ζώα επιβάλλει αντί για το φυσικό τους τρίχωμα να καλυφθούν με πούπουλα και σε μερικά τοποθετεί βελόνες αντί για τα φτερά που φέρουν από γεννησιμιού τους. Τα ζαλίζει, τα μπερδεύει, τα κάνει να τριγυρνάν σαν μασκαράδες, με ρόλους για τους οποίους δεν είναι πλασμένα ούτε ταιριάζουν στη φύση τους. Αυτό δεν παραπέμπει και σε σχεδιαστές μόδας που, για να ξεχωρίσουν δήθεν οι πρωτότυπες κολεξιόν, εξαναγκάζουν τα μοντέλα να παρελαύνουν σε πασαρέλες σαν ζόμπι και σαν εξωτικά ούφο; Ας κλείσουμε, όμως, την παρένθεση.

Βλέπουμε, δηλαδή, ότι παρόλο που η αλεπού έχει ένα χάρισμα, ταλέντο, στην τέχνη, το υποτάσσει στο κακώς εννοούμενο εμπορικό δαιμόνιο και τελικά ακυρώνει το ταλέντο της, όπως θα δούμε.

Αρχικά, αυτοδιαφημιζόμενη, κολακεύει την εμφάνιση των πελατών της και καταφέρνει ώστε να ζηλεύει το ένα ζώο το άλλο. Σπέρνει τη διχόνοια ανάμεσά τους για να φυτρώσει το πάθος του φθόνου, του εγωισμού, της κενοδοξίας, δηλαδή της κούφιας δόξας. Όμως, προσέξτε: και τα ζωάκια επέτρεψαν στην πολυπράγμονα αλεπού να τα κοροϊδέψει. «Το φταίξιμο δεν ήταν μόνο δικό της» μας λέει η συγγραφέας. Κι αυτό είναι βεβαιωμένο, διότι συχνά τα θύματα, κι όχι μόνο στον χώρο της μόδας, αλλά και ευρύτερα, πέφτουν στην παγίδα του άκρατου καταναλωτισμού και ευδαιμονισμού με τη θέλησή τους. Έτσι, νομίζουν, αν και θύματα, ότι υπερτερούν από το συνηθισμένο πλήθος.

Μα έρχεται η αφύπνιση των αντικειμένων. Τα ζωάκια έντρομα αντιλαμβάνονται πως γίνονται γελοία με τέτοιες παρδαλές φορεσιές και σέρνουν σε δικαστήριο την αλεπού. Αυτή τότε προσπαθεί να διαφύγει – έτσι δεν κάνουν και οι απατεώνες που έχουν λερωμένη τη φωλιά τους; Πόσους τρόπους δεν μετέρχονται για να ξεφύγουν από την τσιμπίδα του νόμου! Στη φευγάλα της, όμως, εντοπίζει την αλεπού η οξύτατη ματιά της αετίνας. Τη συλλαμβάνουν και με άγρυπνους φρουρούς, τα τσακάλια, αρχίζει η δίκη. Πρόεδρός του είναι η σοφή κουκουβάγια, εισαγγελέας ο γοργοπόδαρος λαγός, κατήγορος τα ζωάκια που τα ξεγέλασε η αλεπού. Όμως τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία του δικαστικού συστήματος. Ορίστηκε ως υπεράσπιση, σύμφωνα με την έννομη τάξη, ο μυρμηγκοφάγος (ίσως και επειδή δεν υπήρξε ο ίδιος ένα από τα πολλά θύματα). Και αρχίζουν οι καταθέσεις των μαρτύρων, όλες ενοχοποιητικές.

Μα η αλεπού εκλιπαρεί για συγχώρεση και υπόσχεται πως θα αλλάξει συμπεριφορά κάνοντας καθαρές δουλειές. Τότε, παρεμβαίνει και το μεγαλόκαρδο λιοντάρι, που προτείνει να μην τιμωρήσουν την ένοχη με την πληγωμένη καρδιά τους που ζητάει εκδίκηση, αλλά να δείξουν σύνεση και ανεκτικότητα. Δεν διορθώνουμε έναν παραβάτη του νόμου με μία διοικητική ποινή, αλλά του δείχνουμε μία οδό προς σωφρονισμό, όπως γράφουν οι νόμοι της μεγαλοψυχίας, που είναι πάνω από το γράμμα του νόμου.

«Αφού η αλεπού δηλώνει μετανιωμένη, ας την αφήσουμε να δείξει στην πράξη τη μεταστροφή της» αποφασίζουν τώρα. Κι έτσι, η μεταμελημένη αλεπού ανταποδίδει την καλοσύνη τους και υπόσχεται να ράβει τα καλύτερα ρούχα στα ζωάκια. Μάλιστα, αρχικά εργάζεται χωρίς αμοιβή. Αργότερα, αφού πήρε το μάθημά της, στρώνεται σοβαρά στον ρόλο της και με το τίμιο επάγγελμά της ράβει «τις μοναδικές δημιουργίες της» σε πολύ χαμηλές τιμές. Έτσι, και το ταλέντο της δεν χαραμίζεται και η ορμή για δημιουργία δεν καταστέλλεται και μπαίνει αρμονικά στη μεγάλη αγκαλιά της κοινότητας.

Η τελική φράση στο βιβλίο αναφέρεται «στη δύναμη της συγχώρεσης». Στο ψυχικό μεγαλείο εκείνο που μας επιτρέπει να χωράμε όλοι μαζί (συν+χωρώ) με συνεκτικό δεσμό την αγάπη. Παρ’ όλα τα λάθη, τις παραλείψεις, τις αστοχίες μας, μπορούμε να συνυπάρχουμε, όταν φωτίζει τις καρδιές μας το φως της αγάπης.

Με την Αλεπού μοδίστρα δεν έχουμε μόνο μία ωραία ιστορία, αλλά κερδίζουμε και σε ωραία συμπεράσματα – χωρίς, βέβαια, εύκολες ρητορείες. Μας κάνει εντύπωση που το κείμενο δεν αρχίζει με το σύνηθες «μια φορά κι έναν καιρό». Μας εισάγει σ’ ένα διαρκές παρόν και είναι σαν να μας υποδηλώνει πως αυτά που γίνονται σ’ εκείνη την κλειστή κοινωνία με τα ζώα, μπορεί να διαδραματίζονται και στην καθημερινή μας ζωή (με άλλα πρόσωπα, χαρακτήρες βέβαια). Επίσης, στο βιβλίο αυτό μάς ξεκουράζει ο χαρούμενος ρυθμός που το διατρέχει και η ζεστή ατμόσφαιρα που το διαπνέει. Αισθάνεσαι ότι δεν απευθύνεται η συγγραφέας μόνο σε αναγνώστες, αλλά και σε ακροατές, που ακούνε έναν αφηγητή και που συμμετέχουν κι αυτοί ενεργά, αφού υπάρχουν στο βιβλίο στοιχεία διαλόγου, που υπονοούν ερωτήσεις και δίνουν απαντήσεις. Σ’ ένα σημείο, λόγου χάρη, είναι η φράση: «Ναι, σωστά μαντεύετε».

Οι ζωγραφιές αποδίδουν έξοχα τις εντυπώσεις μας, ζωντανεύουν παραστατικά τις κινήσεις των χαρακτήρων. Εύγε στη λαμπρή εικονογράφο, Γιώτα Κοκκόση, που επενδύει με πολύχρωμες πινελιές το κείμενο αυτό. Έτσι, μας μεταφέρει σε μια ατμόσφαιρα ποιητική, όπως απαιτεί η παιδικότητα των αισθημάτων με τις χαριτωμένες αντιδράσεις των ζώων.

Και, βέβαια, είναι πολύ σημαντική η αγορά αυτού του βιβλίου, γιατί ενισχύεται η προσπάθεια της οικογένειας του Θοδωρή Ντούμα, ο οποίος είναι ο γιος της συγγραφέως. Ο Θοδωρής έχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας. Η δαπάνη και οι φροντίδες για την πολλά υποσχόμενη θεραπεία στην Αμερική είναι τεράστιες. Όλοι (φίλοι, γνωστοί, αναγνώστες) μπορούμε να βάλουμε ένα πετραδάκι στην ελπίδα για την αποκατάσταση της υγείας του. Το αγαθό της υγείας ευχόμαστε ολόψυχα να το αποκτήσει το γρηγορότερο και ο φίλτατός μας Θοδωρής.

Γιάννης Πατσώνης, 03/04/2020, diastixo.gr, (https://bit.ly/34BOn9p)